αἴῃ

αἴ̱ῃ , αἶα
fem dat sg (epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἴῃ — Αἶα fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴηι — Αἴῃ , Αἶα fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AENEAS — I. AENEAS Anchisae et Veneris fil. princeps Troianus, post longos errores in Italiam pervenit ad Evandrum ac Tyrrhenos, apud quos regnavit Tarchon iunior ann. 20. Primus fuit Latinorum Rex, regnavitque post soceri Latuni mortem ann. 3. Turnum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • AMYDON — civitas Macedoniae, in Poeonia regione, ad Arium fluvium, unde auxilia missa fuêre Troianis. Homer. Il. 2. v. 848. Α᾿υτὰρ Πυραίχμης ἄγε Παίονας ἀγκυλοτόξους, Τηλόθεν ἐξ Α᾿μυδῶνος, ἀπ᾿ Α᾿ξίου ἐυρὺ ῥέοντος, Α᾿ξίου οὗ κάλλιςτον ὕδωρ ἐπικίδναται αἴη …   Hofmann J. Lexicon universale

  • LUSTRUM — Romanis proprie quinque Annos solidos significat, sine respectu praecedentis Lustri. Ovid. Fast. l. 3. v. 165. Hic anni modus est; in Lustrum accedere debet Quae consumatur partibus, unae dies. Vide quoque infra Olympias. A lustrando: quod semel… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SIRIUS — I. SIRIUS Thebanorum in Aegypto Regum, iuxta Eratosthenem, undecimus, dictus quasi γ῾ιὸς κόῤῤης, Silius genae; alias Α᾿βάσκαντος, cui nemo invidet: excepit Anoyphen, regnavit ann. 18. ac successorem habuit Chnubum Gneurum, vide Ioh. Marshamum Can …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αβέβαιος — αία και αιη, ο (Α ἀβέβαιος, ον) [βέβαιος] 1. άστατος, ασταθής, ευμετάβλητος 2. ασαφής, άδηλος, ακαθόριστος 3. το ουδ. ως ουσ. το αβέβαιο(ν) η αβεβαιότητα*. νεοελλ. αυτός που δεν είναι βέβαιος, σίγουρος για κάτι …   Dictionary of Greek

  • ακέραιος — Ολόκληρος, πλήρης, ανέπαφος, σώος· ανόθευτος, άδολος, τίμιος. (Μαθημ.) Α. αριθμός. Οι α. θετικοί ή φυσικοί αριθμοί αποτελούν ένα από τα θεμέλια της μαθηματικής επιστήμης και πρέπει να θεωρούνται προμαθηματικές έννοιες που έχουν αποκτηθεί από… …   Dictionary of Greek

  • κολουραίος — κολουραῑος, αίη, ον (Α) [κόλουρος] 1. κόλουρος* 2. φρ. «κολουραίη πέτρη» απότομος βράχος …   Dictionary of Greek

  • μάσσω — (AM, Α αττ. τ. μάττω) 1. ζυμώνω, πιέζω ζύμη μέσα σε ένα καλούπι, ειδικά για μικρές κρίθινες πίτες που τίς έτρωγαν χωρίς να τίς ψήσουν («οὐδεὶς γὰρ αίῃ με μάττοντ ἐσθίειν», Αριστοφ.) 2. κατεργάζομαι, μαλάσσω, «δουλεύω» κάτι με το χέρι, ζυμώνω… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.